ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ 2020

Χρήστος Σπίγκος

Κυριακή 21 Ιουνίου 2020

Μητροπολιτικός Ναός Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

 

Σεβασμιότατε, Αξιότιμε κ. Δήμαρχε, Αξιότιμε κ. Υπουργέ Παναγιώτη Θεοδωρικάκο,  Κύριε Υφυπουργέ Γιώργο Γεωργαντά, Κυρία και Κύριε Βουλευτά, Κύριε Αντιπεριφερειάρχα, Κύριε Πρόεδρε της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων Κεντρικής Μακεδονίας, Κύριε Αντιστράτηγε Διοικητά του Γ’ Σώματος Στρατού, Κύριε Ταξίαρχε και Διοικητά της 71ης Αερομεταφερόμενης Ταξιαρχίας ‘’Πόντος’’, Κύριε Πρόεδρε του Δημοτικού Συμβουλίου, Κυρίες και Κύριοι Περιφερειακοί και Δημοτικοί Σύμβουλοι, Κύριε Πρόεδρε της Κοινότητας Κιλκίς, κ.κ. Εκπρόσωποι πολιτικών, στρατιωτικών, πολιτιστικών και κοινωνικών φορέων, Κυρίες και Κύριοι

 

Αποδεχόμενος την τιμητική πρόταση του Δημάρχου Κιλκίς κ. Δημήτρη Κυριακίδη, επιτρέψτε μου να καταθέσω και τον δικό μου οβολό στη σημερινή απότιση φόρου τιμής στους ηρωικώς πεσόντες και όλους τους συντελεστές της Πολιτειακής, Πολιτικής και Στρατιωτικής ηγεσίας που, στο μέτρο της ευθύνης του καθενός, συνετέλεσαν στο ηρωικό αποτέλεσμα της Μάχης του Κιλκίς την 21η Ιουνίου 1913.

Τα γεγονότα είναι γνωστά.

Ο βουλγαρικός αναθεωρητισμός, και η διπλωματικά ευεξήγητη αοριστία των όρων της Συνθήκης Ειρήνης του Λονδίνου της 17ης/30ης Μαΐου 1913, που επισφράγισε το τέλος του Α’  Βαλκανικού Πολέμου,  προκαλούν τον Β’ Βαλκανικό  Πόλεμο. Το ανικανοποίητο όνειρο της Μεγάλης Βουλγαρίας της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου στρέφει στις 17/30 Ιουνίου 1913 τα όπλα της Βουλγαρίας εναντίον των χθεσινών της συμμάχων, της Ελλάδας και της Σερβίας.

Η Ελλάδα, με Αρχηγό του Στρατού τον Βασιλέα Κωνσταντίνο και επιτελάρχη τον Βίκτωρα Δούσμανη, βρίσκεται στο πλευρό του Αρχιστράτηγου Σέρβων και ευάριθμων Μαυροβούνιων βοεβόδα Πούτνικ, μετά την υπογραφή της Ελληνοσερβικής Συνθήκης Αμυντικής Συμμαχίας που υπεγράφη, έπειτα από μακρές διαπραγματεύσεις, στη Θεσσαλονίκη στις 19 Μαΐου / 1 Ιουνίου 1913. Απέναντί τους, η βουλγαρική στρατιωτική μηχανή του Αρχιστράτηγου Ράτκο Δημήτριεφ, η ισχύς της οποίας έδωσε τότε στην Βουλγαρία το προσωνύμιο «Πρωσία των Βαλκανίων».

Κατά την πρώτη φάση του αγώνα οι Βούλγαροι είχαν την πρώτη επιτυχία τους με την κατάληψη της Γευγελής. Η ελληνική επίθεση που ακολούθησε, εστρέφετο προς την αμυντικήν οργάνωση του εχθρού περί το Κιλκίς, και, ανατολικά μεν προς Λαχανά και Νιγρίτα, δυτικά δε προς Καλίνοβο (Σουλτογιαννέικα). Οι ελληνικές επιθέσεις υπήρξαν ορμητικές. Ακολούθησε σκληρή μάχη εκ παρατάξεως, συχνά  σώμα με σώμα, γνωστή ως μάχη του Κιλκίς – Λαχανά – Καλινόβου, η οποία κατέληξε στη νίκη των Ελλήνων την 21η Ιουνίου (4 Ιουλίου) 1913.

Το ίδιο βράδυ, η Θεσσαλονίκη απέστειλε τηλεγράφημα νίκης στο Υπουργείο Στρατιωτικών, απόσπασμα του οποίου ευθύς αμέσως σας διαβάζω, όπως ακριβώς δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ της 22ας Ιουνίου 1913.

«Εκ πληροφοριών προς Στρατηγείον περί δυνάμεως εχθρού, νίκη Κιλκίς εξαίρεται ως πολεμικόν μεγαλούργημα. Αμυνόμενοι οι Βούλγαροι ήσαν ισάριθμοι προς τους επιτιθεμένους, διότι τα αντιστάντα προ του Κιλκίς εχθρικά στρατεύματα απετελούντο εκ μιας ταξιαρχίας και άλλων ανεξαρτήτων τμημάτων.

Εν τούτοις, η ημετέρα επίθεσις ηδυνήθη να καταβάλη την ισόπαλον αριθμητικώς άμυναν διεξαγομένην από της, αληθώς φρουριακής, αμυντικής γραμμής υποστηριζομένης προσέτι διά τοπομαχικών τηλεβόλων.

Μόνον δι’ ηρωισμού ήτο δυνατόν να εκτελεσθή τοιούτο μεγαλούργημα.

Ο αυτός χαρακτηρισμός δύναται να δοθή και εις την ημετέραν προέλασιν και προς τα άλλα μέτωπα. Τα τοσούτον θριαμβευτικώς και ραγδαίως προχωρήσαντα ημέτερα στρατεύματα είχον να αλώσουν {θέσεις} οχυρωτάτους φυσικώς, ενισχυθείσας δια σειράς χαρακωμάτων και  προστατευομένας σχεδόν παντού δι’ εδαφικών δυσχερειών, αι οποίαι παρεκώλυον την ταχείαν και ελευθέραν χρήσιν του πυροβολικού. Δια να ενεργήση το πυροβολικόν εδέησε να κατασκευασθώσι δρόμοι υπό του μηχανικού, αναπτύξαντος αξιοθαύμαστον και επιτυχή δραστηριότητα. Επί πλέον καθ’ όλον το μήκος των δύο τούτων μετώπων ο εχθρός ημύνετο εν αριθμητική ισότητι ισοδυνάμως. Είς τινα δε σημεία και εν υπεροπλία.

Αι λεπτομέρειαι περί ανδρείας των ημετέρων καθ’ όλην την έκτασιν του αγώνος συγκινεί την ψυχήν διά της ευγενεστέρας υπερηφανείας. Έκαστος αξιωματικός, έκαστος οπλίτης ήτο είς ήρως. Οι στρατιώται ικέτευον τους αξιωματικούς να μην εκτίθενται εις την πρώτην γραμμήν, οι δε αξιωματικοί ματαίως παρώτρυνον τους στρατιώτας να προχωρούσι προκαλυπτόμενοι. Εν τώ πυρετώ της εφόδου η προέλασις αυτών ήτο η τελευταία σκέψις πάντων.»

(Γραφείον Στρατιωτικών πληροφοριών).

Στις 10.30 το πρωί της 21ης Ιουνίου ανυψώνεται η γαλανόλευκος στο Κιλκίς.

Η πολύνεκρη Μάχη του Κιλκίς συνετέλεσε καθοριστικά στο τελικό αποτέλεσμα των Βαλκανικών πολέμων, που επικυρώθηκε με την υπογραφείσα Συνθήκη Ειρήνης του Βουκουρεστίου στις 28 Ιουλίου / 10 Αυγούστου 1913, και την οιονεί συμπληρωματική ελληνο-τουρκική Συνθήκη των Αθηνών την 1η / 14η Νοεμβρίου του ιδίου έτους.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι συνιστούσαν σαφώς δύο από τις τελευταίες εκφάνσεις του Ανατολικού Ζητήματος, μιας και οδήγησαν στον κατακερματισμό του μεγαλύτερου τμήματος της ευρωπαϊκής Τουρκίας, θέτοντας έτσι τις βάσεις και για μεταγενέστερες εδαφικές ρυθμίσεις και γεωπολιτικές ανακατατάξεις, ο απόηχος των οποίων φτάνει ως τις μέρες μας. Οι εδαφικές εκκρεμότητες της Συνθήκης του Βουκουρεστίου διευθετήθηκαν αργότερα με την Συνθήκη της Λωζάνης του 1923, υπό το βάρος της Καταστροφής του 1922.

Αν συμμεριστούμε προς στιγμή, την άποψη του ιστορικού κοινωνιολόγου Charles Tilly, ότι ο πόλεμος φτιάχνει τα κράτη και τα κράτη φτιάχνουν τα έθνη, το πρόβλημα της καθυστέρησης του εκσυγχρονισμού στα Βαλκάνια, και της απόκτησης σύγχρονων, ισχυρών, γραφειοκρατικών και συγκεντρωτικών κρατών στην περιοχή, είχε να κάνει με την έλλειψη μεγάλων και μαζικών πολέμων μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913.

Με άλλα λόγια, οι πρώτοι σύγχρονοι πόλεμοι στη Βαλκανική, που σηματοδοτούν το πέρασμα στη νέα εποχή, είναι οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, με την τεράστια πολεμική κινητοποίηση των εμπλεκόμενων στρατών, τις αιματηρότατες μάχες με τους χιλιάδες νεκρούς και την προσφυγοποίηση και κακοποίηση χιλιάδων αλλοεθνών αμάχων. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ήταν οι πρώτοι πραγματικοί ευρωπαϊκοί πόλεμοι των βαλκανικών λαών και, υπό αυτή την έννοια, σηματοδότησαν τον όποιο επιτυχή «εξευρωπαϊσμό» της περιοχής.

Ως αποτέλεσμα των δύο Βαλκανικών Πολέμων, η ελληνική επικράτεια σχεδόν διπλασιάστηκε σε έκταση, με άμεση παρεπόμενη συνέπεια την εξασφάλιση σημαντικών στρατηγικών πλεονεκτημάτων για την χώρα σε σχέση με τον ανταγωνισμό των γειτόνων της. Η πρόσκτηση των νέων εδαφών ενίσχυαν αποφασιστικά τη γεωπολιτική σημασία της Ελλάδας. Το ελληνικό κράτος ανεδεικνύετο πλέον σε σημαντική συνιστώσα της διαμόρφωσης των ισορροπιών ισχύος, όχι μόνο στη χερσόνησο του Αίμου, αλλά και στον ευρύτερο χώρο της ανατολικής Μεσογείου.

Η συνομολόγηση της Συνθήκης του Βουκουρεστίου υποδηλώνει μια καίρια τομή στην εξέλιξη της αλυτρωτικής πολιτικής, η οποία δεν εντοπίζεται σε μόνη, ή καθεαυτή, την πρόσκτηση εκτεταμένων εδαφών. Η σημασία της είναι, ακόμη, συναρτημένη με το μεταβολισμό της ελλαδικής εθνικής ιδέας, ως ενιαίας εθνικής στρατηγικής, στους κόλπους του αλύτρωτου ελληνισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μέχρι τα ακρότερα όριά του

Μέσα σε διάστημα λίγων μόνο μηνών η Ελλάδα είχε πραγματοποιήσει σημαντικό μέρος του αλυτρωτικού προγράμματος που ευαγγελίζονταν οι οπαδοί της Μεγάλης Ιδέας, εξασφαλίζοντας τα εδαφικά εφαλτήρια για την πραγματοποίηση του ακόμα πιο φιλόδοξου – αλλά τελικά μοιραίου – άλματος προς τα δυτικά παράλια της Ιωνίας.

Ο Έλληνας αφήνει πίσω του τη χρεοκοπία του 1893 και την ταπείνωση του 1897, και βρίσκεται στη θέση του θριαμβευτή, αποδεικνύοντας ότι η προσεκτική προετοιμασία, η συνετή διαχείριση, η εξασφάλιση της ευρύτερης δυνατής  συναίνεσης στο εσωτερικό ως προς τον επιδιωκόμενο στόχο, η προσεκτική στάθμιση των στρατηγικών δεδομένων και η επιδέξια εκμετάλλευση της διεθνούς συγκυρίας αποτελούσαν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την επίτευξη οποιουδήποτε μακρόπνοου σχεδίου. Ήταν οι πρώτοι νικηφόροι πόλεμοι στην ιστορία του ελληνικού κράτους, αλλά και οι πρώτοι που είχαν κηρυχθεί με απόφαση της υπεύθυνης πολιτικής ηγεσίας της χώρας και όχι ως απόρροια ανεύθυνων ιαχών του μαζικού θυμικού.

Στις δύο αυτές βαλκανικές συρράξεις αναδείχθηκαν δύο προσωπικότητες της ελληνικής ιστορίας.

Ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος, οι οποίοι πιστώνονται εξίσου το νικηφόρο αποτέλεσμα.

Ο πρώτος, ως πολιτικός με σπάνια οξυδέρκεια, απέδειξε την εξαιρετική διπλωματική του δεινότητα, η οποία, συνδυαζόμενη με τις νίκες των ελληνικών όπλων στα πεδία των μαχών, υπήρξε παράγων αποφασιστικής σημασίας για την εξασφάλιση των μέγιστων δυνατών εδαφικών κερδών για την Ελλάδα.

Ο δεύτερος, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ως στρατιωτικός ηγέτης των Βαλκανικών Πολέμων, απέκτησε μέσα από την πολεμική του δράση το 1912-1913 σχεδόν θρυλική διάσταση για μέγιστο μέρος της ελληνικής κοινής γνώμης. Και μόνο το όνομα του στρατηλάτη διαδόχου και κατόπιν βασιλιά αρκούσε για να ανασύρει από το συλλογικό εθνικό υποσυνείδητο μύθους και προσδοκίες που συνοδεύουν την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Οι καταπληκτικές επιτυχίες του Ελευθερίου Βενιζέλου στη διπλωματική κονίστρα, έτειναν να του ενισχύσουν όχι απλώς την απόλυτη πίστη στις – πράγματι εξαιρετικές – ικανότητές του, αλλά παράλληλα και την πεποίθηση για το αλάθητο της κρίσης του.

Το γεγονός ότι ο Κωνσταντίνος είχε ηγηθεί προσωπικά των στρατιωτικών επιτυχιών των δύο Βαλκανικών Πολέμων και είχε έρθει, την ώρα της αναμέτρησης με τον εχθρό, σε άμεση επαφή με τους απλούς στρατιώτες, εμπέδωσε την αντίληψή του για την αδιαμεσολάβητη σχέση του με τον ελληνικό λαό, με ότι αυτό συνεπάγεται στη διαμόρφωση των σχέσεών μεταξύ Πολιτειακής και υπεύθυνης Πολιτικής ηγεσίας.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ και σ’ ένα αξιομνημόνευτο γεγονός που ήλθε να συμπληρώσει τον στρατιωτικό θρίαμβο. Κι αυτό δεν έλαβε χώρα σε πεδίο μάχης αλλά στο ναό της Δημοκρατίας, στο ελληνικό Κοινοβούλιο.

Την ίδια εκείνη ημέρα, και αμέσως μετά την απελευθέρωσης του Κιλκίς,  την κλαγγή των όπλων διαδέχεται ο πολιτικός λόγος της εποχής.

Το απόγευμα της Παρασκευής 21 Ιουνίου 1913 επαναλειτουργεί, έστω και καθυστερημένα εξαιτίας των εξελίξεων που οδήγησαν στην έναρξη του Β´ Βαλκανικού Πολέμου, το Ελληνικό Κοινοβούλιο, που είχε αναστείλει τη λειτουργία του λόγω των προηγηθεισών εορτών του Πάσχα της χρονιάς εκείνης.

Διαβάζοντας τα πρακτικά της Βουλής, διαπιστώνουμε ότι επρόκειτο, όπως ήταν φυσικό, για μια συνεδρίαση άκρως πανηγυρική. Στο βήμα συναντήθηκαν εν ομονοία όλοι οι τότε πολιτικοί αρχηγοί εξυμνούντες το θαύμα. Παρόντες όλοι οι Βουλευτές, και πλήθος κόσμου στα θεωρεία. Μοναδικός απών ο Αρχηγός του Ελληνικού Στρατού, ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος ο οποίος έπρεπε να παραμείνει στο πεδίο της μάχης συντονίζων την καταδίωξη του Βουλγαρικού Στρατού μετά την ήττα που υπέστη στο Κιλκίς. Η αδυναμία αυτή αντιμετωπίστηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, όταν ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, πριν κατέλθει του βήματος της Βουλής, ανέγνωσε διάγγελμα του Ανώτατου Άρχοντος προς τον Ελληνικό Λαό, μετά το τέλος του οποίου τόνισε:

«Εις τας ζητωκραυγάς του Βασιλέως υπέρ του Λαού και του Έθνους, νομίζω ότι πρέπει να ανταποκριθή η αντήχησις εν τή Βουλή υπέρ του Βασιλέως, του Στρατηλάτου και των Στρατών Αυτού». Στο σημείο αυτό ο πρακτικογράφος αναφέρει: «Πάντες οι Βουλευταί εγείρονται όρθιοι και ζητωκραυγάζουν υπέρ του βασιλέως και του στρατού, με παρατεταμένα χειροκροτήματα εκ της αιθούσης και των θεωρείων».

Με τον τρόπο αυτό, ο Ανώτατος Άρχων, μέσα από το στόμα του Πρωθυπουργού, συμμετέχει στην πανηγυρική συνεδρίαση της Βουλής συνεχώς επευφημούμενος με την προτροπή του τελευταίου.

Εικόνα  απόλυτης σύμπνοιας και συνεννόησης του Πολιτειακού Παράγοντος με τον Πολιτικό κόσμο της χώρας. Μια ελπιδοφόρα εικόνα, αντάξια των αγώνων και των θυσιών του ελληνικού λαού.

Έτσι λοιπόν, η 21η Ιουνίου 1913 ήταν μια μέρα νίκης εν όπλοις και πολιτικής σύμπνοιας εν πολιτική συμπεριφορά των ηγετών του Ελληνικού Λαού, και σαν τέτοια μπορούμε να την εορτάζουμε και να την μνημονεύουμε, υποδεικνύοντας την πολιτική συνεννόηση ως τον μοναδικό οδηγό χάραξης μιας εθνικής εξωτερικής πολιτικής, που θα κληθεί να απαντήσει με αποφασιστικότητα στον συνεχιζόμενο προκλητικό νεοοθωμανικό αναθεωρητισμό της πολιτικά οπισθοδρομούσας Τουρκίας.

Δυστυχώς, παρά την, εκ μέρους μας, διαρκώς δηλούμενη πρόθεση για ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία στο πλαίσιο της μεγάλης ευρωπαϊκής μας οικογένειας, ο εξ ανατολών γείτονάς μας καθημερινά επιδιώκει την ένταση ως διπλωματική διέξοδο των εσωτερικών πολιτικών του αδιεξόδων.

Η ιστορία διδάσκει, ότι η ενδεδειγμένη απάντηση στις προκλήσεις μεταξύ κρατών προϋποθέτει ψυχραιμία, νηφαλιότητα και εσωτερική συναίνεση. Το πολιτικό μας σύστημα, ενδυναμωμένο πλέον και από την εμπειρία της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, διαθέτει τα πολιτικά εργαλεία για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της γειτονικής διπλωματικής αφροσύνης.

Το επιχείρημα και η συνεννόηση, χωρίς να ακυρώνουν ή να υποβαθμίζουν τον πολιτικό διάλογο σε προσχηματική διαδικασία, αποτελούν συνειδητοποίηση εθνικού καθήκοντος.

Στο χέρι μας είναι να το καταφέρουμε!

 

Βιβλιογραφία

  1. «Η ανάπλασις της Ευρωπαϊκής Ανατολής – Βαλκανικοί Πόλεμοι και Γαλλικός Τύπος» της Αρετής Τούντα – Φεργάδη.
  2. «Θέματα Ελληνικής Διπλωματικής Ιστορίας 1912 – 1914» της Αρετής Τούντα – Φεργάδη.
  3. «Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης 1821 – 1923» του Αντώνη Κλάψη.
  4. «Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1900 – 1945» (τόμος Α’) του Κωνσταντίνου Σβολόπουλου.
  5. «Πολιτική Ιστορία της Νεωτερας Ελλάδος» (τόμος Γ’) του Σπύρου Μαρκεζίνη.
  6. Εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» του 1913.
  7. Πρακτικά της Βουλής.