Ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Εισοδίων της Θεοτόκου και του Αγίου Παντελεήμονος Αγιάς αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Καζαντζίδης, Κιλκισιώτης εκ γενετής, Γουμενισσιώτης στην αρχική του πολυετή αφιέρωση, Αγιώτης στην ωριμότητα της διακονίας και προσφοράς του, προσοντούχος ιερομόναχος της Εκκλησίας μας, προσκλήθηκε από τον Κύριο για την Άνω Ιερουσαλήμ. Στο μεταίχμιο του μήνα των Εισοδίων προς το μήνα των Χριστουγέννων.

Η διακονία του, χριστομίμητη και πολλαπλώς επικοδομητική, αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό στην Ιερά Μητρόπολη Δημητριάδος, όπως ομολογήθηκε διατόρως από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο και από τον ποιητικά ρητορικό Πρωτοσύγκελλό του αρχιμ. Δαμασκηνό Κιαμέτη, από τον οικείο Αγιώτη μοναχό της Μονής (οικείο πνευματικό ανάστημα) και άλλους λαικούς που προέπεμψαν τον κοιμηθέντα διά λόγων και διά δακρύων πολλών.

Ευμοιρήσαμε να τον έχουμε κληρικό μας στην Ιερά Μητρόπολη Γουμενίσσης, μέχρι το 2005, οπότε με τον έτερο αδελφό και συλλειτουργό του π. Νικόδημο μετοίκησαν, επάνδρωσαν και συνασκήτευσαν στο Μοναστήρι της Αγιάς. Η επιλογή τους ήταν εκ των αρίστων η άριστη. Ζούσαν και συμπροσέφεραν στην τοπική Εκκλησία με τα τόσα λαμπρά Μοναστήρια τη μοναστηριακή λατρευτικότητα και υπακοή και σοβαρότητα, τη διακριτική διακονία των προσκυνητών και την κηρυγματική ομολογία του ζώντος Θεού, του Λατρευτού της μοναστικής τους αφιερώσεως.

Με την ευχή του οικείου Ποιμενάρχη και το σεμνό εκκλησιοπρεπές τους ήθος και το μοναστικό ενάθλημα, κατόρθωσαν να ανασυστήσουν τη ζωή και τη μοναστική Αδελφότητα στο ιστορικό παλαιό Μοναστήρι, που ήδη αποκαθίσταται και συντηρείται, ώστε να αποτελεί πάλι κόσμημα και κονίστρα προσευχητικών-ασκητικών εναθλημάτων της τοπικής Μητροπόλεως και της ευρύτερης περιοχής. Με διάκριση και μέτρο, με σωφροσύνη και ευπρέπεια, εμπνέοντας τη μετάνοια και τη λατρεία του Χριστού.

Μάλιστα, η μακρά υπομονετική ταλαιπωρία του Ηγουμένου π. Αιμιλιανού από βασανιστικές αρρώστιες ήταν άλλο ένα μεγάλο δίδαγμα υπομονής, πίστεως, ελπίδος, ανανήψεως και πνευματικής ωριμότητος για τους προσκυνητές της Μονής. Πολλές γυναίκες προσκλαίουσες ανθομολογούσαν την μεγάλη ψυχική τους ευγνωμοσύνη για την σώφρονα καθοδηγητική του προσφορά.

Με την άδεια του οικείου Ποιμενάρχη, συμμετείχα στην κηδεία του πολύπαθου Ηγουμένου και θέλησα να εκφωνήσω κι εγώ λίγους λόγους ωσάν πεζό εξοδιαστικό στην προπεμπόμενή του ύπαρξη.                                                                                      .

 

Μεταβίωση στα αιώνια Χριστούγεννα

 

“Χριστός σε αναπαύσοι εν χώρα ζώντων,

και πύλας παραδείσου ανοίξοι σοι,

και βασιλείας δείξοι πολίτην,

και άφεσίν σοι δώη

ων ήμαρτες εν βίω, φιλόχριστε”.

 

Προσήλθαμε, με την άδεια του Ποιμενάρχη σας και αγαπητού αδελφού μας κ. Ιγνατίου, για να προπέμψουμε μαζί του και μαζί σας εδώ στη Μητρόπολη Δημητριάδος έναν Κιλκισιώτη Ποντιακής καταγωγής, έναν κληρικό, έναν μοναστή, έναν αδελφό μας του εκκλησιαστικού πληρώματος, τον οποίο γνωρίσαμε πριν από σας, ως εφημέριο και αρχιμανδρίτη της Μητροπόλεώς μας και ιερομόναχο των εκεί Μοναστών.

Τα χρόνια που έζησε κοντά μας, στη Γουμένισσα, ήταν ακμαίος και δημιουργικός, με τη γνωστή Ποντιακή αποφασιστικότητα. Έμενε στο Μοναστήρι μαζί με τους άλλους δύο αδελφούς του μοναχούς, ήταν από τα πρώτα ιδρυτικά στελέχη (γιαυτό και του έδωσαν το όνομα “Αιμιλιανός”, όπως και στον π. Νικόδημο το όνομα του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου). Ήταν από τα βασικά στελέχη. Είχε υπηρετήσει και στη Γουμένισσα ως ιεροκήρυκας, όσο καιρό διέμεναν στη Γουμένισσα και προχωρούσαν στην ανέγερση του Μοναστηριού τους.

Το Φεβρουάριο του 2000 θρήνησε (όπως θρήνησα σαν Επίσκοπος κι εγώ πάρα πολύ, μαζί με όλον τον κόσμο) την ολοσχερή καταστροφή του μεταβυζαντινού Ναού του Πενταλόφου, όπου υπηρετούσε, από πυρκαγιά. Δόξα τω Θεώ, βρέθηκε δωρητής, και ο Ναός ξαναφτιάχτηκε λαμπρός, λαμπρότερος, άρτια εξοπλισμένος.

Κάποια στιγμή, μαζί με τον π. Νικόδημο, διεφώνησαν με το καθεστώς υπό το οποίο διατελούσαν και ζήτησαν ευλογία από τον μακαρίτη τον Ηγούμενό τους για αναχώρηση. Ήρθαν στη Μητρόπολη, έλαβαν και την δική μου συγχώρηση (για τις τυχόν αβλεψίες τους) και τον Οκτώβριο του 2005 μετανάστευσαν εδώ στο Μοναστήρι των Εισοδίων της Θεοτόκου και του Αγίου Παντελεήμονος Αγιάς.

Τέθηκαν υπό την ευλογία Υμών και φρόντισαν να επανδρώσουν το παλιό ιστορικό Μοναστήρι και να το ανακαινίσουν, όπως όλοι το διαπιστώσατε.

Όμως, ο π. Αιμιλιανός (έτσι θέλησε ο Θεός) έπρεπε να σηκώσει το Σταυρό της ασθενείας, την ταπείνωση της ασθενείας, την εξουθένωση της ασθενείας, την αισθητή σταδιακή πρόγευση της φθοράς. Αυτό που τόσοι άλλοι αδελφοί μας ανά τον κόσμο έχουν υποστεί επί αιώνες, και άλλοι το υφίστανται σήμερα με τόσες αρρωστίες και με την πανδημία σε καλπάζουσα εξέλιξη.

Τον βλέπατε επί χρόνια να είναι εξουθενωμένος σωματικά, όχι όμως ψυχικά.

Και αυτό ήταν το μεγάλο δίδαγμα ζωής του προκειμένου νεκρού, του ζώντος εν Κυρίω πατρός Αιμιλιανού. Η υπομονή της βασανιστικής ασθενείας, η υπομονή της εξουθενωτικής αρρώστιας, η υπομονή της τόσο ταπεινωτικής αρρώστιας, η υπομονή της τόσο οριακής γεύσης της φθοράς. Και ενώ έβλεπε και ένιωθε το θάνατο, το βλέμμα της καρδιάς του ήταν στο Χριστό. Αντί να κλαίει και να αποκλαίει μια ζωή προσθανάτια, αυτός δοξολογούσε και υμνολογούσε τον Χριστό.

Βάδιζε στα ίχνη της Εσταυρωμένης Αγάπης, του Κυρίου της δόξης!

Ανέπνεε τον Κύριο με την καρδιακή προσευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»!

Προσδοκούσε και αγωνιζόταν, ώστε να αξιωθεί να απολαύσει τα απολυτρωτικά δώρα της Αναστάσεως.

Ανθρωπίνως, όμως, κάθε μέρα της μακράς ασθενείας και αναπηρίας του, ήταν ημέρα βασάνου. Όμως, δεν γονάτιζε το ανδρείο κουράγιο της ψυχής του. Διότι (και με την αρρώστια) την διατηρούσε εγχριστωμένη, γεμάτη Χριστό. Ο νούς του και η καρδιά του ήταν στο Χριστό, όχι στον πόνο. Λαχταρούσε και επιποθούσε τον Χριστό.

Ζούσε εν τούτω τω σκήνει, ωσάν απόδημος αυτού του κόσμου. Δεν έπαιρνε ζωντάνια από τη ρωμαλεότητα του σώματος, αλλά η καρδιά του (πλημμυρισμένη από την χάρη του Χριστού) μετέδιδε ζωντάνια στο αρρωστημένο σώμα και στην βασανισμένη ψυχή του.

Αυτό υπήρξε το τρίτο μεγάλο δίδαγμα της ζωής του π. Αιμιλιανού.

Το πρώτο μεγάλο δίδαγμα ήταν η ριζική αναστήλωση και ανακατασκευή και επαναλειτουργία του πυρίκαυστου Ναού των Αγίων Πέτρου & Παύλου Πενταλόφου. Είχε το θάρρος και το φρόνημα το ανδρείο, ώστε να παλέψει και να ξαναφτιάξει τον καμένο Ναό.

Το δεύτερο μεγάλο δίδαγμα ήταν η επάνδρωση και η φροντίδα και η συντήρηση του ιστορικού Μοναστηριού Εισοδίων της Θεοτόκου & Αγίου Παντελεήμονος Αγιάς.

Το τρίτο μεγάλο (και πολύ μεγάλο) δίδαγμα ήταν η ανδρεία ψυχική του δύναμη, μέσα σε τόσα σωματικά βάσανα, μέσα σε τόσα εξουθενωτικά βάσανα.

Και τα τρία αυτά διδάγματα ζωής δεν τα κράτησε για τον εαυτό του.

Τα προσέφερε ως πράξη υπακοής και θυσίας στην Εκκλησία, εις δόξαν Χριστού.

Στάθηκε πρωταθλητής σ᾽ αυτά τα τρία πρωταθλήματα.

 

Και, για να πετύχει σ᾽ αυτά τα τρία πρωταθλήματα της προσφοράς, σεβάστηκε τα δώρα του πρώτου Βαπτίσματος,  τήρησε επακριβώς τις υποσχέσεις του δευτέρου Βαπτίσματος και δεν φοβήθηκε τις διαδρομές του τρίτου Βαπτίσματος.

Πρώτο Βάπτισμα είναι η Χριστιανοσύνη μας.

Δεύτερο Βάπτισμα είναι το Μοναχικό σχήμα και (ακόμη πιο τρανό) η Ιερωσύνη.

Τρίτο Βάπτισμα είναι η βασανιστική αρρώστια της αναπηρίας.

Αυτούς τους τρεις Σταυρούς τον ελέησε ο Κύριος να φορέσει και να τιμήσει τελικά ο π. Αιμιλιανός.

Με αυτούς τους τρεις Σταυρούς τον βλέπουμε στολισμένο σε τούτη την ταπείνωση του θανάτου. Δεν είναι πρέπον να λησμονούμε ότι ο πάνσοφος Κύριος και παντογνώστης Θεός δίδει σταυρόν (και σταυρούς) στους ακολούθους Του. Αν τους σηκώσουν τιμώντας Τον, χωρίς να βαρυγκομούν και χωρίς να ενοχοποιούν τον δωρεοδότη Χριστό, τότε απολαμβάνουν αναλογικά το τίμημα της μιμήσεώς Του. Εκείνος προσφέρει την δυναμική του Σταυρού για την δική μας αιωνική διάσταση της ζωής που ακολουθεί μετά την αποβίωση. Και αυτό συμβαίνει με τον κάθε άνθρωπο που δεν έχει χάσει την θεωρία της αιωνιότητος, αλλά και δεν λησμονεί το «ον αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται» (Εβρ. 12,6).

 

Ο ιερός Χρυσόστομος, ως πρεσβύτερος στην Αντιόχεια εγκωμιάζοντας τον άγιο Ιερομάρτυρα Βαβύλα στο ναό όπου είχαν μεταφέρει επί Ιουλιανού σκοπίμως τα λείψανα του Μάρτυρος, παρομοιάζει τον μάρτυρα Επίσκοπο Βαβύλα με τον ταλαιπωρημένο επίσκοπο Αντιοχείας Μελέτιο, τον μετέπειτα. Λέει δηλαδή: «Ήρθε σ᾽ αυτόν το ναό (το λείψανο του Μάρτυρος Επισκόπου Βαβύλα), αλλά δεν παρέμεινε μόνος του ο Άγιος. Διότι πολύ σύντομα ήρθε δίπλα του σαν γείτονας και συγκάτοικος του Ναού ο Επίσκοπος Μελέτιος που είχε ανάλογο φρόνημα και ανάλογη ταλαιπωρία (για την αγάπη του Χριστού). Την ίδια επισκοπική εξουσία είχε κι αυτός, το ίδιο θάρρος για την ευσέβεια έδειξε κι αυτός με τον προηγούμενο μάρτυρα Επίσκοπο. Γι᾽ αυτό και ενταφιάστηκε στον ίδιο τόπο, κι αυτό δεν έγινε μάταια, καθώς ο θαυμαστός Μελέτιος έδειξε τον ίδιο ζήλο με τον Ιερομάρτυρα προκάτοχό του» (εις τον ιερομάρτυρα Βαβύλαν, ελεύθερη μτφρ, PG 50, 533). Αυτό σημαίνει ότι η μαρτυρική ζωή, η βασανισμένη ζωή εξομοιώνει τον άνθρωπο με του Μάρτυρες του αίματος!

Και επιμένει σ᾽ αυτήν την σκέψη ο άγιος Ιωάννης, όντας ακόμη πρεσβύτερος και ομιλητής στην Αντιόχεια, σε άλλη ομιλία του ειδικά για έναν άλλο Άγιο, τον Ευστάθιο Αντιοχείας: «Μην απορείτε, που ξεκίνησα την ομιλία και τα εγκώμια, αποκαλώντας τον Ευστάθιο μάρτυρα. Διότι με ανάλογο τέλος έκλεισε την ζωή του (κι αυτός). Πως να μην είναι Μάρτυρας; Πολλές φορές σας το είπα ότι Μάρτυρα δεν τον κάνει κάποιον ο τρόπος του θανάτου μόνον, αλλά και η διάθεση η μαρτυρική» (εις τον Ευστάθιον Αντιοχείας, PG 50, 601, ελεύθερη μτφρ).

Η ανίατη τελικά αρρώστια για χρόνια και χρόνια, η βασανιστική ταλαιπωρία ψυχής και σώματος στο αναπηρικό και στο κρεβάτι, είναι ένα μαρτύριο, όταν γίνεται διάλογος με τον Θεό, και διάλογος υπομονής με τους συνανθρώπους.

Γιαυτό, σήμερα, προσεύχομαι για τον κοιμηθέντα π. Αιμιλιανό να τον προσλάβει το μέγα έλεος του Θεού στα επουράνια Χριστούγεννα.

Να χαίρεται αιωνίως αυτό που σε λίγο καιρό θα ψάλουμε: «δι᾽ ημάς γαρ εγεννήθη παιδίον νέον ο προ αιώνων Θεός».

Αυτό και σου ευχόμεθα π. Αιμιλιανέ: “το δι᾽ ημάς εγεννήθη παιδίον νέον ο προ αιώνων Θεός”, αυτό να το χαίρεσαι αιωνίως.

Στην δική Του αιωνιότητα σε προπέμπουμε.

Με οδόν την οδόν της συγκαταβάσεως του Χριστού μας, την οδόν της σαρκώσεως και της αναλήψεως του Χριστού μας.