Ζωής απορίες

του Χρήστου Σπίγκου*
Η πανδημία δημιούργησε δυσεπίλυτα προβλήματα και αναπάντητα ερωτήματα. Η επιστήμη και η λογική επιβάλλουν μέτρα πρόληψης, που κοινωνικά στερεότυπα δυσκολεύουν την εφαρμογή τους.
Κλασσικός ανασταλτικός παράγοντας, το προκύπτον πολιτικό κόστος από την εφαρμογή δυσάρεστων περιοριστικών μέτρων σε υποτιθέμενο κομματικό ακροατήριο. Ξεχωριστή και δύσκολη περίπτωση, όταν ο περιορισμός κρούει τη θύρα του θρησκευτικού συναισθήματος, φύσει μη ανεκτικού σε οποιοδήποτε περιορισμό.
Η θύρα του χώρου λατρείας οφείλει να είναι πάντα ανοιχτή για όλους, διευκολύνοντας την πνευματική επικοινωνία με το Θείον. Άρα φαίνεται απολύτως κατανοητή η άποψη της Εκκλησίας μας, που, ενώ δηλώνει σύμφωνη με τους περιορισμούς της πολιτείας, δηλώνει αδυναμία εφαρμογής τους με δικούς της ανθρώπους, όπως για παράδειγμα είναι οι νεωκόροι και οι επίτροποι. Το σκεπτικό, ότι η παρεμπόδιση της ειςόδου πιστού σε Ναό θα δημιουργήσει ρήγματα στην αξιοπιστία του θεολογικού λόγου που προτρέπει την προσέλευση, δεν στερείται λογικής.
Ωστόσο, ας μου επιτραπεί να διατυπώσω, με μεγάλη σεμνότητα και ειλικρινή σεβασμό προς την Εκκλησία μας, ένα δικό μου προβληματισμό.
Ο Χριστιανισμός, μια κατ’ εξοχήν φιλάνθρωπος θρησκεία, θεωρεί ύψιστο καθήκον τη διαφύλαξη της ζωής του ατόμου. Η καταδίκη της αυτοχειρίας είναι απολύτως κατηγορηματική και οι προβλεπόμενες Θεολογικού χαρακτήρα κυρώσεις του αυτόχειρα γνωστές. Εξ αυτού και μόνο του λόγου, εκτιμώ ότι οι σεβαστοί Ιεράρχες τοποθετούν την προστασία της ανθρώπινης ζωής από τον θανατηφόρο ιό στο πιο ψηλό σημείο της κλίμακας της Χριστιανικής Ηθικής. Η απαγόρευση της εισόδου του ανεμβολίαστου πιστού στον Ιερό Ναό, όχι μόνο δεν αναιρεί την προτροπή για προσέλευση πιστών στην Εκκλησία, αλλά αντιθέτως αποτελεί καθήκον όλων όσων εφαρμόζουν τη Διδασκαλία του Χριστού, που, για μένα τον αδαή, συμπυκνώνεται στο δύσκολο «Αγαπάτε αλλήλους». Η προστασία της ζωής του νομοταγούς εκκλησιαζόμενου θα πρέπει να είναι καθήκον πρωτίστως της Εκκλησίας. Η συναίνεση της Ιεράς Συνόδου με τα μέτρα της Πολιτείας οφείλει να αποδεικνύεται με την εφαρμογή τους, υπό την αυστηρή επίβλεψη ανθρώπων του κάθε Ναού ή εθελοντών από το Ποίμνιο της κάθε ενορίας.
Τελειώνω με την άποψη του Καντ ότι «μόνο το κίνητρο του καθήκοντος, δηλαδή το να κάνουμε μια πράξη επειδή είναι σωστή και όχι επειδή είναι χρήσιμη ή βολική, προσδίδει ηθική αξία σε μια πράξη».
*Πρώην Δημοτικός Σύμβουλος Κιλκίς, πρώην Πρόεδρος ΟΠΟΝΓΑ Δήμου Κιλκίς